Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

(κλικ-σκοτάδι, κλικ-φως)





1.
Έφυγε. Η λέξη που λέμε όταν κάποιος πεθαίνει. Έφυγε λες, και μέσα σου κάτι αδειάζει. Στον ξαφνικό θάνατο μένουμε άλαλοι και ακίνητοι, «σαν μαρμαρωμένοι».
Το ίδιο παθαίνουμε και στον ξαφνικό χωρισμό, κυρίως τον ερωτικό, «θέλω να χωρίσουμε» σου ανακοινώνει ο άλλος και εσύ μένεις μαρμαρωμένος με μια άβυσσο και κάτι σαν θάνατο μπροστά σου.

2.
Ο Μάϊος φέτος βρέχει κυρίως και παίζει με τον ήλιο ένα περίεργο κρυφτό, σαν να τον κυνηγάει, « μην τολμήσεις σου λέω», ο ήλιος γελάει σαν παιδί και κρύβεται πίσω από ξαφνικές καταιγίδες. Με την σιγουριά του νικητή. Ωραίες που είναι Θεέ μου οι βεβαιότητες..

3.
Η πόλη μας είναι η πιο όμορφη του κόσμου, το σκέφτεσαι κάθε φορά που περπατάς εκεί, δίπλα στην λίμνη και κάτω από τα πλατάνια, μακριά από τον κατοικημένο θόρυβο, με παρέα εσένα και ήχους φυσικούς, πουλιά, ήσυχα κύματα, θρόισμα ελαφρύ στα φυλλώματα. Και αχτίδες φως. Και ροδακινί χρώματα που δύουν στον ουρανό. Εντάξει και με τα ναι και τα όχι του μυαλού σου.

4.
Η φύση, όπως και η θάλασσα σε αποδέχεται ολόκληρο και σου τα χαρίζει όλα. Δεν σε «μετράει» ούτε αναλογίζεται αν θα σε αποδεχτεί. Αν θα σου δώσει τρία και θα κρατήσει τα υπόλοιπα. Αν σου αξίζουν δέκα και εσύ έχεις μόνο τα οκτώ. Αυτή η χωρίς αμφιβολία γαλήνη, αυτή η πληρότητα και η μεθυστική της αίσθηση, σου ξεμπλέκει όλα τα μπερδεμένα σου νήματα και σε παραδίδει ανανεωμένο σε σένα και σε μια εκ νέου εκκίνηση. Λυτρωτικό και υπέροχο.

5.
Αγαπάω και αποδέχομαι τον εαυτό μου. Με τα μαύρα και τα άσπρα του. Με τα πράσινα, τα γαλάζια, τα κόκκινα και τα πορτοκαλί του. Με τις ήσυχες πίκρες και τις μεγάλες αποδοχές. Μέσα σ αυτή την τόσο ηττημένη εποχή, αλλάζω όχθη και σας αντικρύζω από απέναντι . Έχει μια τόση ελευθερία, άπλα και αγάπη αυτή η πλευρά.. Υπέροχα πλάσματα σας αγαπώ.

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

δύο από τα βιβλία που μου αλλάξανε την ζωή.


 Με αφορμή την γιορτή για την ημέρα μικρών βιβλιοπωλείων 


(Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την δική μου συμμετοχή στην συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο ΑΛ-ΠΑ με θέμα τα βιβλία και τα μικρά βιβλιοπωλεία )


Γεννήθηκα σε ένα ορεινό χωριό του νομού μας και πήγα σχολείο εκεί ως τα δώδεκά μου χρόνια. Οι κάτοικοι του χωριού μου ήτανε κυρίως χτίστες και γεωργοί. Οι πιο πολλοί δεν είχανε τελειώσει ούτε το δημοτικό λόγω του πολέμου. Την γλώσσα την ελληνική την είχαν για την καλή τους γλώσσα, κάτι σαν τα ρούχα που φορούσανε την Κυριακή- με προσοχή για να μην τα λερώσουνε - μεταξύ τους μιλούσανε την ντόπια διάλεκτο αφού  στο σπίτι οι γέροντες και  οι γερόντισσες δεν καλοκαταλαβαίνανε τα ελληνικά.

Σε αυτό το χωριό λοιπόν, ήρθε να διδάξει στο δημοτικό σχολείο μια δασκάλα από άλλα μέρη. Αν θυμάμαι καλά ήταν από την Πελοπόννησο. Γρήγορα αντιλήφθηκε το φτωχό  λεξιλόγιο  των μαθητών της (ανάμεσα στα οποία ήμουν και εγώ) και σαν έξυπνος άνθρωπος που ήταν συμφιλιώθηκε  με αυτό, αντιδρώντας με μια θετική απόφαση. Ζήτησε από όλους τους μαθητές της να αγοράσουν από την Καστοριά ο καθένας από ένα βιβλίο λογοτεχνίας και να το διαβάσουνε.

Έτσι και έγινε. Πήγε ο μπαμπάς μου στην Καστοριά και μου αγόρασε από ένα μικρό βιβλιοπωλείο ένα βιβλίο του Ανδρέα Καρκαβίτσα με τίτλο «Τα λόγια της Πλώρης». Το έπιασα στα χέρια μου με  ενδιαφέρον και  περιέργεια και αμέσως άρχισα να το διαβάζω.

Τα Λόγια της Πλώρης είναι ένα βιβλίο για την θάλασσα και τους θαλασσινούς. Καπετάνιοι, σφουγγαράδες, στοιχειωμένες ιστορίες για παράξενα πλάσματα της θάλασσας, φλόκους και ταρσανάδες, λάζους και καΐκια. Και πάνω απ όλα η θάλασσα να σιγοτρέμει και να κυματίζει σκοτεινογάλαζη με αφρούς και ήχους παράξενους. Ένα βιβλίο γεμάτο άγνωστες (σε μένα) λέξεις για έναν απέραντο μακρινό κόσμο, γοητευτικό και παράξενο ο οποίος μου προκάλεσε ταραχή και  επιθυμία. Ήθελα να ταξιδέψω, ήθελα να διαβάσω, ήθελα να πετάξω και να πάω μακριά. Είχα μόλις ερωτευτεί έναν  κόσμο που υπήρχε πέρα από τον μικρό μου ορίζοντα και τίποτα δεν ήτανε ίδιο πια. Μία καινούργια Ντίνα είχε μόλις γεννηθεί.

Το δεύτερο βιβλίο- σταθμό μου το διάβασα στα δεκαεπτά. Ζούσα στην Καστοριά πια, είχα διαβάσει αρκετά βιβλία και είχα κολυμπήσει στα ρηχά της θάλασσας. Τότε μια φίλη μου έβαλε στο χέρι το « Ένα παιδί μετράει τα άστρα» και τον  Μενέλαο Λουντέμη. Διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα…  και δεν χόρταινα να διαβάζω. Αμίλητη χάθηκα στις σελίδες του. Με γοήτευαν οι λέξεις και οι έννοιες του βιβλίου, ω, πώς κυμάτιζαν τα συναισθήματα των ηρώων σαν θάλασσες στο μυαλό μου. Ο έρωτας του Μέλιου για την συμμαθήτριά του την  Αγράμπελη, τόσο δυνατός σαν ο πρώτος και ο τελευταίος μαζί,  γέμιζε το χαρτί με συναισθήματα, χαρά ευτυχία, επιθυμία και ζήλεια  κάνανε ένα θαυμάσιο διάλογο με την  με θλίψη του πλατωνικού και του ανεκπλήρωτου. Τα λόγια του συγγραφέα με μαγεύανε, με τι μαεστρία έβαζε στη σειρά τις λέξεις, σαν μουσική ηχούσαν στο μυαλό μου:

[“Τώρα που η Αγράμπελη χαμογελάει, κανείς δεν πρέπει να είναι κατσούφης. Αφού να, ως και τα σύννεφα φύγανε. Πως αντέχεις μπροστά σε τόσο γλυκό φως; Η Αγράμπελη γελά… Σαν θα μεγάλωνε, ο Μέλιος θα έγραφε ένα βιβλίο που θα το έλεγε έτσι: «Η Αγράμπελη γελά…» ]

Η Αγράμπελη γελά. Μια φράση που κυριεύει το δωμάτιο και το γεμίζει φως.
«Θα την κάνω όνομα βιβλίου» λέει ο Μέλιος και εγώ συμφωνώ. Μια πρόθεση που με μαγνητίζει σαν να είναι  δική μου. Χωρίς να το καταλάβω την υιοθετώ και αυτή ριζώνει για τα καλά σε μια γωνία του μυαλού μου. Σκέφτομαι: Θα την δώσω όνομα στο κοριτσάκι που θα γεννήσω. Θα την βάλω όνομα στο βιβλιοπωλείο των ονείρων μου.  Θα, θα ,θα..

Είχα μόλις ερωτευτεί έναν όνομα (ίσως γιατί ενέπνεε δυνατά ρομαντικά συναισθήματα στον ήρωα του βιβλίου) του οποίου η ανάμνηση   συνέχιζε να με γοητεύει αδιάλειπτα μέσα στον χρόνο και που δεν βγήκε ποτέ από εκεί: Πολλά χρόνια αργότερα θα ονόμαζα agrmpelli το μπλόγκ που θα δημιουργούσα στο διαδίκτυο, κάτι που αποδείχτηκε μία εξαιρετικά επιτυχημένη απόφαση, μιας και αυτό τυχερό μου κάτι,  άλλαξε την ζωή μου και την γέμισε φίλους και συναρπαστικές  εμπειρίες..




Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

μια μαργαρίτα




 «Στο στήθος μου φύτρωσαν κοπάδια μαργαρίτες
  αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ».

  Μίλτος Σαχτούρης




Και φέτος μια μαργαρίτα φύτρωσε στην άνοιξη. Τινάχτηκε στον μίσχο της με χάρη θέλοντας να ψηλώσει ως τον ήλιο, ύστερα στάθηκε και κοίταξε με περιέργεια γύρω της. Τα λευκά  πέταλα  αργά και ηδονικά τεντώθηκαν γύρω από την κίτρινη καρδιά της. Ανατρίχιασε  στον πρωινό αέρα και οι  τριχούλες  της τεντώσανε την λεπτή τους ύπαρξη  για να ρουφήξουν λαίμαργα την πρωινή δροσιά. Κοιτάχτηκε  κατάπληκτη στον καθρέφτη μιας δροσοσταλίδας και σαν τον νάρκισσο μαγεύτηκε από την  ίδια της την εικόνα. 

-Ποια είμαι; αναρωτήθηκε.  Ξέρω, σε μια άλλη ζωή έχω γιατρέψει πληγές στα χορταριασμένα πεδία των μαχών, έχω χορτάσει πεινασμένα στόματα  σε δύσκολα χρόνια, με έχουν αφιερώσει σε αρχαίες γυναικείες θεότητες. Αλλά ποια στ αλήθεια είμαι;

Σήμερα  μικρά κορίτσια με χαϊδεύουν. Περνάνε το χέρι τους πάνω μου, γελάνε με γάργαρο γέλιο  και κόκκινα μάγουλα.  Πιο κει παραμονεύουν αγόρια αμούστακα, δεν ξέρουν  τι από  όλα όσα πλημμυρίζουν το σώμα τους να νοιώσουν. Κοριτσίστικο χέρι με ξεριζώνει τρυφερά, μαδάει ένα-ένα τα άσπρα μου πέταλα, μάτια όλο προσμονή  τραγουδάνε «μ αγαπάει, δεν μ αγαπάει;», περιμένω και εγώ, έχω αγωνία «μ αγαπάει!» πλατύ χαμόγελο σε δυό ολοστρόγγυλα χείλη, άδολο φιλί στην κίτρινη καρδιά μου.  Και έπειτα ξεχνιέμαι σαν να μην υπήρξα,  σβήνω στο χώμα ευτυχισμένη,  άγγιξα στιγμή ιδιαίτερη  στην  αγωνία της αγάπης..



Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

(πάντα το χρώμα μου ήταν το μαύρο.)



Αυτόν τον χειμώνα  χρώμα μου υπήρξε το  μαύρο. Άνοιγα την ντουλάπα μου και διάλεγα αυθόρμητα κάτι μαύρο, μπλούζα, φούστα, καλτσόν. Παπούτσια όμως (σχεδόν πάντα) κόκκινα. Μάταια η φωνή της μάνας μου φώναζε μέσα στο κεφάλι μου «μη φοράτε μαύρα-τα έχω σιχαθεί-γρουσούζικα είναι-πένθος μου θυμίζουνε». Αλλά εγώ ένοιωθα πολύ καλά και ταιριαστά με το χρώμα που διάλεξα να μου κάνει παρέα αυτόν τον σκληρό χειμώνα. Και λυπάμαι μαμά που δεν το ξέρεις αλλά πάντα το χρώμα μου ήταν το μαύρο.

Σήμερα είναι άνοιξη. Το γεμάτο γκρίζα και ξερά κλαδιά βουνό, το στολίζει ένα ρόδινο θαύμα, τα άνθη της αμυγδαλιάς. Με νοιώθω να έχω κάνει ειρήνη με τις πληγές μου και να λαχταρώ την θάλασσα.  Η ανάσα μου  έχει την γεύση της και την ονειρεύομαι ξύπνια. Το εξομολογήθηκα στον Σ.  προχθές και γέλασε δυνατά και με κατανόηση.

One of these days, θα πάρω το αυτοκίνητό μου και θα οδηγήσω με την εικόνα της μπροστά μου, θα φεύγω, θα φεύγω και θα σταματήσω μόνο όταν την ακούσω να μου μιλάει. Τότε μόνο θα κατέβω και θα περπατήσω δίπλα της. Θα μιλάμε ψιθυριστά και θα κουβεντιάζουμε για όλα όσα μας συνέβησαν  αυτόν τον μακρύ χειμώνα. Θα είναι σαν να μην χωρίσαμε ποτέ, σαν μόλις  χθες να κολυμπούσαμε μαζί στα γαλάζια της χρώματα. Σε μια μυστική γλώσσα θα συνεννοηθούμε και αφού της υποσχεθώ πως  αυτό το καλοκαίρι θα βουτήξω το κεφάλι μου- για πρώτη φορά μέσα στο νερό- εκείνη που ξέρει πόσο πολύ το φοβάμαι αυτό, θα γελάσει δυνατά και θα αφήσει έναν άσπρο αφρό να την στολίσει.

Μετά θα με κοιτάξει λίγο δύσπιστα  και στην συνέχεια θα μου εξομολογηθεί πως το διαισθανότανε καιρό αυτό.

Και κάπως  έτσι, που  το μυαλό μου κάνει άναρχες βόλτες  και πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο, σκέφτομαι πως οι αλλαγές καθόλου δεν μας λογαριάζουνε, γιατί έρχονται όποτε τους καπνίσει και μας αναγκάζουν να επαναπροσδιοριστούμε και να κάνουμε μια νέα εκκίνηση, προσαρμοσμένη σε καινούργιες σταθερές που μας τις χώνουν αποφασιστικά κάτω από τα μούτρα. Γιατί, τι άλλο είναι ο συντηρητισμός, παρά  η αδυναμία μας  να δεχτούμε πως η ζωή αλλάζει αμετάκλητα χωρίς να λογαριάζει τα δικά μας κολλήματα σε ξεπερασμένες πρακτικές και παρελθοντικά μοντέλα

Και πως τελικά αυτό μπορεί να αποδειχτεί και σχετικά γαλήνιο, λίγο γοητευτικό και  λίγο απαραίτητο, για να αποκτάει  και ένα ενδιαφέρον  όλος αυτός ο μονόλογος που γίνεται με τον εαυτό μας κάθε βράδυ λίγο πριν κλείσουμε τα μάτια μας και μηδενίσουμε το κοντέρ της μέρας..
   
(στην φωτογραφία η Αντζελίνα Ζολί το 1991, φωτογράφος ο Michel Clement)

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Οι ιώσεις του Μαρτίου




Οι ιώσεις του Μαρτίου φαίνεται πως μ αγαπάνε πολύ. Κρεβατωμένη χαζεύω στο σαν σήμερα του φέιζμπουκ πως και πέρισυ με βασάνιζε μια άλλη ίωση / το 2017 όμως ήτανε μια πιο σπλαχνική χρόνια, είχα «δώρα» καταπληκτικά και μάλλον την ευχαριστιόμουνα την ανάρρωση εκείνη.

Φέτος έχω μια νοσταλγία δηλητηριώδη να μου κάνει παρέα και μια σειρά στο Netflix συναρπαστική, γοητευτική και άκρως εθιστική / #Peaky_Blinders και Κίλιαν Μέρφυ οι αγάπες μου.

έχω

και τους πυλώνες της ζωής μου με το κωδικό όνομα φιλία/ που όταν όλα γίνονται σκόνη αυτοί καταφέρνουν να τα ξεσκονίσουν με παρηγορητικές φωνές στα ακουστικά, γέλια και κλάματα στης κουζίνας το τραπεζομάντηλο.

Χρειάζομαι επειγόντως μια άνοιξη, γερή δόση όμως:

να την αναπνεύσω με βαθιές ανάσες / άρωμα ανθισμένης αμυγδαλιάς

να την μασήσω /πράσινο χρώμα γεμάτο μαργαρίτες με κίτρινη καρδιά/ σαν κατσικάκι (πριν το Πάσχα )

να την κάνω σφιχτή αγκαλιά/ σαν εκείνες, ξέρεις εσύ ποιες..

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Το δέντρο της καρδιάς μου


Στον δρόμο για το χωριό μου και μέσα σε ένα διπλανό χωράφι υπάρχει το δέντρο που αγαπώ. Λέω υπάρχει αν και δεν υπάρχει πια, αλλά για μένα θα υπάρχει για πάντα σαν έρωτας βαθύς και σαν πληγή ανίατη. Ανακάλυψα πρόσφατα και με μεγάλη μου λύπη πως το δέντρο αφαιρέθηκε (τί λέξη, αφαιρέθηκε, φοβάμαι να πω ξεριζώθηκε ή κόπηκε άσπλαχνα) και αφαιρέθηκε λοιπόν γιατί απλά από το σημείο εκείνο περνάει ο αγωγός φυσικού αερίου. Είναι το δέντρο της φωτογραφίας που βλέπετε. Το έχω φωτογραφίσει σε όλες τις εποχές. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο και πέρισυ, μέσα στον βαρύ χιονιά, το φωτογράφησα και χειμώνα. Είχα δημιουργήσει μία σχέση μαζί του νομίζω, τί νομίζω δηλαδή, σίγουρη είμαι πως με γνώριζε και κάθε που με έβλεπε πόζαρε για να φωτογραφηθεί και σαν να κουνούσε ελαφρά τα φύλλα του. Εμένα μου έμοιαζε τότε πως χαμογελούσε με ένα απαλό αριστοκρατικό μειδίαμα, κάτι σαν το χαμόγελο της Τζοκόντα και  κάπως σαν να μου έλεγε "εγώ, δεν είμαι μόνο για σένα εδώ, μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα και φανταστείς πως σ αγαπώ, εγώ ανήκω σε όλους, όποιοι με προσέξουν, το ίδιο χαμόγελο θα δουν".


Αλλά εγώ συνέχιζα να το καμαρώνω σε κάθε μου ταξίδι και είχα μία σιγουριά και μια βεβαιότητα χωρίς λογική, πως θα είναι για πάντα εκεί. Όπως και για κάθε τι θαυμάσιο που συμβαίνει στις ζωές μας. Το θεωρούμε οι ανόητοι θνητοί με την αθάνατη ψυχή μας, αυτονόητο. Το κακό δεν ξέρω πότε συνέβη, όταν όμως το ανακάλυψα ένοιωσα  να με χτύπησε κεραυνός. Το πρώτο σοκ διαδέχτηκε μια βαθειά λύπη "δεν θα ξαναδώ το δέντρο μου ποτέ" , το φαντάστηκα να θροΐζει τα φύλλα του ανήσυχα, μπορεί και να κοίταζε στον δρόμο, "σώσε με" ίσως να φώναξε με την  δεντρίσια του φωνή. Αλλά δεν ήτανε κανείς εκεί για να το σώσει, ούτε και εγώ. Πονάω και κάτι τσούζει στο μέρος της καρδιάς μου όταν φαντάζομαι το γοερό του κλάμα την ώρα που ξεριζώνανε τις βαθιές του ρίζες, τον τελευταίο του αναστεναγμό την ώρα που κόβανε τα πανέμορφα κλαδιά του και την σιωπή του τέλους. 

Αντίο περήφανο, υπέροχο, πανέμορφο δέντρο μου, πονάω που λείπεις, πονάω που σε έχασα, συγνώμη που σε θεώρησα αθάνατο..

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

22 Ιανουαρίου του 2018




Σήμερα είναι Δευτέρα και γιορτάζει ο Τιμόθεος. Έναν Τιμόθεο που ξέρω, ζει στην Μόσχα και μάλλον δεν ενδιαφέρεται που γιορτάζει σήμερα. Και ξύπνησα με την σκέψη «και τελικά μωρό μου, την φωτιά που σε καίει, ή την τρως ή σε τρώει». Χειροκρότημα και ευχαριστώ :)

Σε άλλα νέα, έχει ήλιο και ένα ωραίο κρύο. Καθαρές ανάσες, παγωμένες  και βαθιές. Θάθελα νάμαι τώρα στην περιοχή των Πρεσπών, ψηλά στο βουνό, εκεί απ όπου φαίνεται η λίμνη και να περπατάω. Να μην φοβάμαι αρκούδες και αδέσποτα σκυλιά και να περπατάω αυτάρκης και χωρίς την ανάγκη  «χέρι με χέρι». Να μυρίζω τον χειμώνα στο βουνό και τα μάτια μου να ξαφνιάζονται από ένα κίτρινο ανθισμένο λουλούδι τόσο δα μικρό, δίπλα σε ένα άδειο κέλυφος σαλιγκαριού, νεκρό από καιρό. Να υποψιάζομαι την άνοιξη που θάρθει, να με πλημμυρίζει μια αρχαία χαρά και να  μαλακώνει μέσα μου κάθε  πληγή και ήττα. Ύστερα να κατηφορίζω στo ταβερνάκι του Νίκου στον Άγιο Γερμανό να τρώω μπιφτέκι από κρέας μαύρου χοίρου και κολοκυθάκια τηγανητά και μισοζαλισμένη από ένα ποτηράκι τσίπουρο να γυρίζω  σπίτι μου.

Αλλά είμαι στο μελαγχολικό και ηλιόλουστο γραφείο μου. Η απαισιόδοξη εποχή μας συχνά μας βάζει να μετράμε. Τόσο το λάδι, τόσο το ξύδι. Τόσες οι νίκες τόσες οι ήττες μας, άγνωστο το απόθεμά μας. Οι τυχεροί, έχουμε παλιούς φίλους, αληθινούς και γενναιόδωρους και ξεχνιόμαστε μαζί τους γύρω από μεγάλα τραπέζια γεμάτα με γέλια, κλάματα  και ενθάρρυνση. Οι άτυχοι, φοβούνται την μοναξιά τους και κάθε χέρι που συναντούν το υιοθετούν·για λίγο. Πιστεύουν στο πλήθος, την αφθονία και το εφήμερο, πιστεύουμε στην  αφοσίωση, τον έρωτα και γοητευόμαστε ακόμα με την ψευδαίσθηση του για πάντα.

Καλή βδομάδα.