Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

22 Ιανουαρίου του 2018




Σήμερα είναι Δευτέρα και γιορτάζει ο Τιμόθεος. Έναν Τιμόθεο που ξέρω, ζει στην Μόσχα και μάλλον δεν ενδιαφέρεται που γιορτάζει σήμερα. Και ξύπνησα με την σκέψη «και τελικά μωρό μου, την φωτιά που σε καίει, ή την τρως ή σε τρώει». Χειροκρότημα και ευχαριστώ :)

Σε άλλα νέα, έχει ήλιο και ένα ωραίο κρύο. Καθαρές ανάσες, παγωμένες  και βαθιές. Θάθελα νάμαι τώρα στην περιοχή των Πρεσπών, ψηλά στο βουνό, εκεί απ όπου φαίνεται η λίμνη και να περπατάω. Να μην φοβάμαι αρκούδες και αδέσποτα σκυλιά και να περπατάω αυτάρκης και χωρίς την ανάγκη  «χέρι με χέρι». Να μυρίζω τον χειμώνα στο βουνό και τα μάτια μου να ξαφνιάζονται από ένα κίτρινο ανθισμένο λουλούδι τόσο δα μικρό, δίπλα σε ένα άδειο κέλυφος σαλιγκαριού, νεκρό από καιρό. Να υποψιάζομαι την άνοιξη που θάρθει, να με πλημμυρίζει μια αρχαία χαρά και να  μαλακώνει μέσα μου κάθε  πληγή και ήττα. Ύστερα να κατηφορίζω στo ταβερνάκι του Νίκου στον Άγιο Γερμανό να τρώω μπιφτέκι από κρέας μαύρου χοίρου και κολοκυθάκια τηγανητά και μισοζαλισμένη από ένα ποτηράκι τσίπουρο να γυρίζω  σπίτι μου.

Αλλά είμαι στο μελαγχολικό και ηλιόλουστο γραφείο μου. Η απαισιόδοξη εποχή μας συχνά μας βάζει να μετράμε. Τόσο το λάδι, τόσο το ξύδι. Τόσες οι νίκες τόσες οι ήττες μας, άγνωστο το απόθεμά μας. Οι τυχεροί, έχουμε παλιούς φίλους, αληθινούς και γενναιόδωρους και ξεχνιόμαστε μαζί τους γύρω από μεγάλα τραπέζια γεμάτα με γέλια, κλάματα  και ενθάρρυνση. Οι άτυχοι, φοβούνται την μοναξιά τους και κάθε χέρι που συναντούν το υιοθετούν·για λίγο. Πιστεύουν στο πλήθος, την αφθονία και το εφήμερο, πιστεύουμε στην  αφοσίωση, τον έρωτα και γοητευόμαστε ακόμα με την ψευδαίσθηση του για πάντα.

Καλή βδομάδα.

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Χριστουγεννιάτικη ευχή.




Διάβασα χθες στο φειζμπουκ κάτι που  μου πολύ άρεσε ·μια @φίλη έχασε το πορτοφόλι της, πήγε στην αστυνομία, της είπανε να το ξεχάσει και να ξεκινήσει ενέργειες για νέες ταυτότητες, κάρτες κλπ, οκ κατάπιε την πίκρα της, πήγε σπίτι της και το βραδάκι δέχτηκε αίτημα φιλίας από άγνωστο προφίλ, το οποίο την ενημέρωνε πως βρήκε το πορτοφόλι της και έδινε οδηγίες  παράδοσης-παραλαβής.  Και το παρέλαβε. Άθικτο. Στην Αθήνα του 2017.

Δεν είναι μία πολύ ωραία χριστουγεννιάτικη ιστορία;  Δεν ανοίγει ένα χαμόγελο μέσα στο στήθος σας; Δεν σας μοιάζει σαν να πραγματοποιούνται ευχές όπως οι παρακάτω;
«Αυτά τα Χριστούγεννα, κάποιος να σας κάνει μια τόσο σφιχτή αγκαλιά, που όλα τα σπασμένα μέσα σας να κολλήσουνε για πάντα» ή,
«σας εύχομαι να μην σας ραγίσει κανείς την καρδιά ποτέ» καθώς και «σας εύχομαι να μπορείτε να αγαπάτε- τους ανθρώπους και τα Χριστούγεννα»

Οκ κάνω ένα βήμα πίσω, το ξαναδιαβάζω για να αφαιρέσω λίγη άχνη και ελάχιστη χρυσόσκονη..,

..και μετανιώνω. Δεν θα πειράξω τίποτα. Αγαπάω και την γλύκα των γιορτών και την καλοσύνη των ξένων. Εύχομαι να γεμίζει η μύτη σας άχνη, να φταρνίζεστε, να γελάτε  και να σας κάνουν μεγάλες αγκαλιές. Και ό άγιος με τα κόκκινα να σας φέρει ό,τι επιθυμείτε.

Καλά Χριστούγεννα.

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Το πρώτο χιόνι




Τη νύχτα χιόνισε. Ξυπνήσαμε το πρωί με όλες τις γύρω βουνοκορφές πασπαλισμένες άσπρο χιόνι. Η ψυχή χαίρεται παραμένοντας πιτσιρίκι, το σώμα διαμαρτύρεται-κρυώνει, η τσέπη γκρινιάζει  -1€ το λίτρο- μουρμουρίζει, το δελτίο καιρού μας υπόσχεται ηλιοφάνεια.

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου. Μπροστά μας απλώνεται ένας μακρύς χειμώνας που πρέπει να τον αποδεχτούμε και να τον συμπαθήσουμε. Αυτή η εποχή που δεν είναι θελκτική σαν την άνοιξη και μοιάζει με ένα μεγάλο λάθος της φύσης, αν αρχίσεις και την «ξεφλουδίζεις» ανακαλύπτεις για μια ακόμη φορά όσα ξεχνάς. Τα  χιονισμένα τοπία, την παγωμένη λίμνη και την ψυχρή ομορφιά της, το χριστουγεννιάτικο δέντρο και την θαλπωρή του ζεστού σπιτιού, την γιορτή της καλής χρονιάς και τις υποσχέσεις που της τάζουμε, τα Ραγκουτσάρια και το μεθυσμένο  πάρτυ τους στο Τσαρσί. Σε ένα μήνα από σήμερα θα έχουμε συμφιλιωθεί και με αυτόν τον χειμώνα και  τότε θα αρχίσουμε να ανάβουμε χρωματιστά λαμπάκια σε δέντρα ψεύτικα και σε μπαλκόνια κιτς. Θα τα κοιτάμε και θα γελάμε ευτυχισμένα, θα φοράμε ζεστά ρούχα και κόκκινα σκουφάκια και θα νοιώθουμε σαν ήρωες μιας άλλης εποχής, χωρίς οικονομικές κρίσεις, ανθρώπινες τραγωδίες και ένοχες απλές χαρές..

{photo: Koleska Tania }

Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ






(λίγα λόγια για το βιβλίο του Δημήτρη Γιατρέλλη Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος)


Οι μελαγχολικοί ήρωες του Δημήτρη  Γιατρέλλη  ζουν στην Αθήνα, διαχειρίζονται ψύχραιμα την μοναξιά τους και  αντέχουν  την  αθλιότητα των καιρών. Είναι ρομαντικοί και κυνικοί ταυτόχρονα, ελπίζουν σε μια νίκη που θα τους χαρίσει ένας από μηχανής θεός, κάνουν βήματα στο κενό με όπλο τους  το χιούμορ και ελπίζουν να προσγειωθούν σε ένα συμπονετικό σύμπαν.

Οι μελαγχολικοί ήρωες του  Δημήτρη  Γιατρέλλη    κάνουν ειρήνη με τις ήττες τους και ξαναγεννιούνται-μαθητεύοντας  εκεί που τους οδηγεί η περιπέτεια  και μια εσωτερική ανάγκη- για   να λύσουν μαζί με τα μυστήρια και τους σφιχτοδεμένους κόμπους της ζωής τους.

Ο Δάκης Κομνηνός, δημοσιογράφος, είναι ο κεντρικός ήρωας με τον οποίο ξεκινάει το βιβλίο του ο συγγραφέας.  Την στιγμή που τον γνωρίζουμε ζει  μια αδιέξοδη κατάσταση  χωρίς δουλειά και χρήματα, μοναχικός και ηρωικά απελπισμένος.  Μια σειρά τυχαίων συμβάντων  θα τον κάνει να αλλάξει ζωή και επάγγελμα και από δημοσιογράφος θα βρεθεί να παίζει τον ρόλο του ντετέκτιβ.

Έτσι θα βρεθεί σε μια δίνη γεγονότων  τα οποία θα περιλαμβάνουν ωραίες γυναίκες, παρακολουθήσεις πάμπλουτων συζύγων, δολοφονίες, ύποπτους υπουργούς,  ένοχους ιερωμένους και απλά εκτελεστικά όργανα στην αλυσίδα του εκγλήματος. Θα κινδυνέψει, θα χρειαστεί την βοήθεια  φίλων και  θα εξαπατηθεί από άτομα της απολύτου εμπιστοσύνης του.

Στην ροή της ιστορίας, ο ήρωας φιλοσοφεί και εφαρμόζει την διαλεκτική λογική για να τακτοποιήσει τις σκέψεις του και έτσι  να οδηγηθεί ευκολότερα στην  λύση της υπόθεσης. Με μια κάπως παρορμητική διάθεση ηθικολογεί αδιόρατα  και προσπαθεί να καθοδηγήσει τις συμπεριφορές ατόμων που συμπράττουν μαζί του στην ιστορία   λησμονώντας  πως οι αντιδράσεις των ανθρώπων - και οι δικές του-  αποτελούν  προϊόν της κάθε  ήττας και  της κάθε νίκης που συνέβη στο παρελθόν τους   και οι οποίες είναι μοναδικές και πέρα για πέρα προσωπικές.

Η ιστορία πάντως ρέει ζωντανά και ευχάριστα. Και ενώ ξέρεις πως πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, συχνά  ξεχνιέσαι και αφήνεσαι,  διασκεδάζοντας με τις ερωτικές  πτυχές και το χιούμορ που αναβλύζει  διακριτικά στις σελίδες αυτού του βιβλίου.



Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

(always trust summertime)


(η φωτογραφία είναι της Κατερίνας Φωτιάδου)



«Παναγίτσα μου,
μεθαύριο θα γιορτάσουμε πάλι την ημέρα σου. Θα είναι μία ακόμη από τις σπάνιες φορές που θα πάω στην εκκλησία. Θα σε κοιτάξω στα μάτια και θα ψάχνω για πάντα εκείνο το κοίταγμά σου, εκείνο που συνέβαινε  στην εκκλησία του χωριού  και που ήμουνα σίγουρη πως ήτανε μόνο για μένα. Όπου και να στεκόμουνα ένοιωθα εκείνη την επαφή, και αυτό με γέμιζε  με βεβαιότητα  και μια απέραντη σιγουριά πως  «όλα θα πάνε καλά».

Αλλά τότε ήμουνα μόνο δεκάξη  χρονών και τα κορίτσια σ αυτήν την ηλικία -το ξέρεις- πως είναι  ατρόμητα.  Αργότερα φοβήθηκα πολύ, είχα πια μεγαλώσει, κατέκτησα  χαρές, λύπες, αμαρτίες, έρωτες, απογοητεύσεις, προδοσίες, φιλίες και αγάπη. Η αγάπη, όπως και εσύ Παναγίτσα μου είναι ενικού αριθμού, με αυτήν την μοναδικότητα που είναι  καθαρή, διάφανη και  σιωπηλή και που ευτυχώς κατάφερα να διασώσω στην καρδιά μου. Μεθαύριο που θα σου ανάψω κεράκι, σε αυτήν την μοναδικότητα θα προσευχηθώ, θα ικετέψω την χάρη της να συνεχίσει να γεμίζει  την ζωή μου και την ζωή αυτών των θαυμάσιων όντων, των ανθρώπων, όσων αγαπάμε και  όχι μόνο αυτών.

Είναι καλοκαίρι, και αυτός ο μήνας που οι άνθρωποι διαλέξανε να σε γιορτάζουν αποτελεί ένα δώρο για τα όντα αυτού του πλανήτη. Ο ήλιος καίει τις πλάτες και τα μέτωπα, το φώς γεμίζει με την δόξα του   τις ημέρες  και οι νύχτες είναι χλιαρές και γεμάτες  γιασεμί, αγιόκλημα και μουσική. Στις  γαλάζιες θάλασσες,  χτυπάει η καρδιά του κόσμου. Μπαίνουν οι άνθρωποι σκονισμένοι και βγαίνουνε καινούργιοι, έχουν πετάξει μέσα της κάθε τι που τους βασανίζει και αυτή, σαν μεγάλη μητέρα Παναγίτσα μου, τους χαϊδεύει τις πληγές και τους γεμίζει τον νου με ανακουφιστικές σκέψεις  και εμπνευσμένες ιδέες.

Γι’ αυτό σου λέω, μεθαύριο που θα σε κοιτάξω πίσω από το χλωμό φως που θα κρατάω στο χέρι μου, χάρισέ μου για μια ακόμη φορά εκείνο  το ανανεωτικό βλέμμα της εφηβείας μου, κάνε την θνητότητά μου ικανή να επαναπροσδιορίζεται, και άσε τα μεγάλα ερωτήματα της ύπαρξης  να γίνονται ανεκτά μέσα από την σπουδαία μας ικανότητα,  της διάδρασης μας  με   όλα αυτά  τα υπέροχα πλάσματα, τους ανθρώπους  της ζωής μας».